Ένας ιερέας είχε μια συζήτηση με τον Κύριο για τον Παράδεισο και την Κόλαση.

"Θα σου δείξω την Κόλαση" του είπε ο Κύριος και τον οδήγησε σ΄ένα δωμάτιο που είχε στην μέση ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι. Οι άνθρωποι που κάθονταν γύρω απ΄το τραπέζι ήταν πεινασμένοι και φανερά απελπισμένοι. Στην μέση του τραπεζιού υπήρχε ένα τεράστιο καζάνι γεμάτο νόστιμο φαγητό που μύριζε τόσο καταπληκτικά, ώστε το στόμα του ιερέα γέμισε σάλιο.΄Ολοι όσοι κάθονταν στο τραπέζι κρατούσαν από ένα κουτάλι με πολύ μακρύ χέρι. Παρόλο που τα κουτάλια έφταναν έως το καζάνι, τα χερούλια τους ήταν πιό μακριά από τα μπράτσα των ανθρώπων που τα κρατούσαν. Έτσι κανένας δεν μπορούσε να φάει, γιατί του ήταν αδύνατο να φέρει το φαγητό ως τα χείλη του. Ο ιερέας είδε ότι η δυστυχία τους ήταν πραγματικά τρομερή.

"Τώρα θα σου δείξω τον Παράδεισο", είπε ο Κύριος και μπήκαν σ΄ένα άλλο δωμάτιο, ακριβώς όμοιο με το πρώτο. Υπήρχε κι εκεί το ίδιο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι, το ίδιο καζάνι με το ευωδιαστό φαγητό. Οι άνθρωποι εδώ, όπως και οι προηγούμενοι, κρατούσαν τα ίδια κουτάλια με τα μακριά χερούλια όμως....εδώ φαίνονταν όλοι καλοζωισμένοι, ήταν όλοι παχουλοί, γελούσαν και συζητούσαν ευδιάθετα. Ο ιερέας δεν καταλάβαινε.

" Κοίτα είναι απλό, αλλά απαιτεί μια συγκεκριμένη ικανότητα", του είπε μαλακά ο Κύριος. "Σ΄αυτό το δωμάτιο βλέπεις, έμαθαν να ταίζουν ο ένας τον άλλον".