Τρισκατάρατον είναι το πλοίον το έχον κατάρτια και στα τρία ιστία

Η δονοβλεψία είναι ασθένεια όπου δονεί το αίσθημα της οράσεως.

Ετεροφαλή είναι τα αδέρφια που προέρχονται από τον ίδιο πατέρα. Από την ίδια μάνα λέγονται ετεροθηλή.

Ένας αλλοδαπός μπορεί να γίνει Έλληνας μόνον δια της γονιμοποιήσεως. Αλλιώς, παραμένει πάντα άλλος δαπός, επ' άπειρον.

Ο εξοστρακισμός ήταν μια αρχαία τιμωρία όπου σου έβαζαν έξι όστρακα κι έπρεπε να τα χτυπήσεις και να τα σπάσεις με το κεφάλι σου. Μερικές φορές πετύχαινε, άλλες όχι.

Ο αλιγάτορας είναι συνδυασμένο ζώον: μισός άλιγας, μισός γάτορας.

Στην αρχαιότητα ήταν όλα ηθικά και γνήσια, ακόμα και οι πόρνες λεγόντουσαν ιέρειες.

Ψευδώνυμο είναι αυτό που χρησιμοποιείται από τους ποιητές, όταν ντρέπονται για την ποίησή τους.

Η παρτιτούζα είναι οι νότες που έχουν μπροστά τους οι μουσικοί της συμφωνικής ορχήστρας. Ο μαέστρος δεν θέλει παρτιτούζα. Αυτός και μόνον αυτός, κρατάει τη βακέτα και την κουνάει τεντωμένη δώθε-κείθε, έχοντας κάτι το κοινόν στα οπίσθιά του. Το κοινόν δεν παίρνει μέρος σ' όλα αυτά, μόνον βλέπει και ακούει έντονα καταγοητευμένον από την διέγερσιν.

Παρ' όλο που ο γέρος ήταν τυφλός, άκουσε τα πάντα!

Στα μαθηματικά δεν είμαι πο! λύ καλός,! αλλά πρώτος στην ορφογραθία.

Το εθνικό σήμα της Ολλανδίας είναι το άνθος της τουλούμπας.


Καλύτερα μια χώρα μ' ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χώρες σκλαβιά και φυλακή.

Σαρανταπέντε πετεινοί, ενός κοκόρου γνώση.

Σαρανταπέντε Γιάννηδες, ενός κοκόρου κλώσα.

Οι χορευτές δεν κάνουν παιδιά γιατί αν κάνουν θα βγουν ομοφυλότερα.

Και ο νοών νοήμων.

Το εμφιαλωμένο νερό προκαλεί εμφιάλτες.

Ίδιος κι απαράδεκτος!

Της έταξε λαχνούς με πετραχείλια.

Το άλλο παιδί ήταν άσχημο, κακότροπο και οξύμωρο.

Νου σιγής, ενσωματωμένη σιγή.

Η κόμπρα είναι τελείως ακίνδυνη για τους Έλληνες. Πέρυσι χάσαμε χιλιάδες σε τροχαία δυστυχήματα. Ούτε ένας θάνατος από κόμπρα!

Η υψηλότερη κορφή του Ολύμπου ήταν το Δωδεκάθεον. Πάνω στο ψηλότερο σημείο, ακριβώς πάνω στη μύτη της κορυφής, καθόταν ο Δίας, διάσημος γι' αυτή την επίμονη στάση του.

Όταν ο Χριστός ήταν μικρός, ο πατέρας του, ο μαραγκός Ιωσήθ, τον φώναζε Χρηστάκη.

Ο Διονύσιος ο Σολομών έγραψε τον Ύμνον εις μίαν και μόνον στιγμήν εθνικής εξάρσεως και υπερηφανείας. Όχι για άλλους λόγους.