Κάηκε στο χυλό φυσάει και το γιαούρτι

Καθ' ενού η πορδή, μόσχος του μυρίζει.

Καθαρός ουρανός αστραπές δε φοβάται.

Κάθε αρχή και δύσκολη.

Κάθε εμπόδιο σε καλό.

Κάθε εμπόδιο για καλό.

Κάθε θαύμα τρείς μέρες, το μεγάλο τέσσερις.

Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Κάθε μαχαλάς και τάξη, κάθε ρούγα και ζακόνι.

Κάθε μέρα δεν είναι Πασχαλιά.

Κάθε μέρα δεν είναι τ' Αϊ-Γιαννιού.

Κάθε πράμα στον καιρό του και ο κολιός τον Αύγουστο.

Κάθε σταλαματιά νερό τ' Απρίλη είναι ένα βαρέλι λάδι.

Καθένας με την τρέλα του.

Καθένας με τον πόνο του.

Καημό που το 'χε η ρίγανη, που εκάη το καταράχι

Και η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες.

Και με τα χίλια βάσανα πάλι η ζωή γλυκιά είναι.

Και με τα χίλια στ' φυλακή και με τα πεντακόσια.

Και μ' εκατό στη φυλακή και με τα λίγα μέσα.

Και το βόλι είναι μικρό, αλλά σκοτώνει και θεριό.

Και ο άγιος φοβέρα θέλει.

Και οι τοίχοι έχουν αυτιά.

Και 'συ κακό χερόβολο και 'γω κακό δεμάτι.

Και τ' αυγού το μέσα και τ' αυγού το έξω. (Ποντιακή)

Και τα καλά δεχούμενα και τα κακά δεχούμενα.

Και την πορδή σου δύναμη.

Καινούργια αγάπη έπιασα, παλιά μου στάσου πίσω.

Καινούργιο κοσκινάκι μου και πού να σ' ακουμπήσω.

Καινούργιο κοσκινάκι μου και πού να σε κρεμάσω.

Καιρός πανιά, καιρός κουπιά.

Καιρός παντί πράγματι.

Kάθε πράγμα στον καιρό του.

Καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια.

Κακή μοίρα έχεις άντρα μου, ούλοι 'πνιγήκανε και σύ εγλύτωσες.

Κακό σκυλί ψόφο δεν έχει.

Κακό χωριό τα λίγα σπίτια.

Κακὸς ἀνὴρ μακρόβιος.

Κακοῦ κόρακος κακὸν ὠόν.

(μεταφορ.) Από κακό δάσκαλο βγαίνει κακός μαθητής.

Καλά είν' τα ρουπακόφυλλα με το ρογί το λάδι.

Καλά είν' τα πλατανόφυλλα με το ροΐ το λάδι.

Καλά είν' τα φαρδομάνικα, μα είν' για δεσποτάδες.

Καλή ζωή, κακή διαθήκη.

Καλιμασιά και Νένητα, Πυργί και Βερβεράτο αυτά τα τέσσερα χωριά βάζουν τη Χίο κάτω. (Χιώτικη)

Κάλλια εφτά στον πισινό, παρά μια στην κεφαλή.

Κάλλια 'χω να με βλαστημούν, παρά να με λυπούνται.

Κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε.

Κάλλιο λόγια στο χωράφι, παρά μάγκανα στ' αλώνι.

Κάλλιο μια πορδή (ενν.: να αφήσω) παρά ένα ασκί άντερα (ενν.: να χάσω).

Κάλλιο 'νας φρόνιμος οχτρός παρά 'νας φίλος παλαβός. (Κεφαλονίτικη)

Κάλλιο πέντε και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρει.

Κάλλιο πέντε κάρβουνα, παρά χίλια πρόβατα.

Κάλλιστον εντάφιον η βασιλεία.

Το ωραιότερο σάβανο είναι η βασιλεία. Περίφημη φράση της Θεοδώρας στον Ιουστινιανό σε κρίσιμη στιγμή.

Κάλλιο σταυρός στην πόρτα σου, παρά στην εδική μου.

Κάλλιο χήρα κακομοίρα, παρά κακοπαντρεμένη.

Κάλλιο στο παλούκι, πάρα σώγαμπρος. (Αρκαδία)

Καλό γιατρό, καλό φίλο.

Καλοκαιριά της Παπαντής, μαρτιάτικος χειμώνας.

Καλόμαθε η γριά στα σύκα, θα φάει και τα συκόφυλα.

Καλόμαθε η γριά στα σύκα, κι όλη μέρα τα εζήτα.

Καλομελέτα κι έρχεται.

Κακομελέτα κι έρχεται.

Καλογέροι για δουλειά, ούτε κρίση ούτε λαλιά. Καλογέροι για φαΐ, όλοι εδώ οι ορφανοί.

Καλός καλό 'κε θωρεί, κακός κακό 'κε βλέπει. (Ποντιακή)

Καλοχαιρέτα τον πεζό όταν καβαλικέψεις, για να σε χαιρετά κι αυτός όταν θα ξεπεζέψεις.

Καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στη πόλη.

Κάλλιο πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στη πόλη.

Καναπίτσα δωσαμε, καναπιτσόσπορο πήραμε.

Κάνε Γιάννο μ' τη δουλειά σου, κι ύστερα και πάλι θειά σου.

Κάνε με ξανά γαμπρό, να δεις πως καμαρώνω.

Κάνε με σοφό, να σε κάνω πλούσιο.

Κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό.

Κάνε φίλο το χωριάτη να σ' ανέβει στο κρεβάτι.

Κάνεις το χωριάτη φίλο; Κράτα και κομμάτι ξύλο.

Κανένας δεν άγιασε στον τόπο του.

Κάποιο λάκκο έχει η φάβα.

Καράβι που αργεί σκατά είναι φορτωμένο.

Κάτα σο κρέας κι έφτασεν και είπεν: Παρασκευή έν'. (Ποντιακή)

Κατά μάνα και πατέρα, κατά γιο και θυγατέρα.

Κατά μάνα κατά κόρη κατά γιος και θυγατέρα.
Κατά μάνα κατά κύρη (κατά γιο και θυγατέρα).

Κατά μάνα κατά κύρη κάνανε και γιο ζαφείρι.

Κατά που μου ψάλλεις, σου κανοναρχώ.

Κατά τ' αγώι κι ο αγωγιάτης.

Κατά το μαστρο-Γιάννη και τα κοπέλια του.

Κατά φωνή κι ο γαίδαρος.

Κάτι τρέχει στα γύφτικα.

Κι αλευρωμένος να 'ναι ο ποντικός, η γάτα τον γνωρίζει.

Κι αν είσαι και παπάς, με την αράδα σου θα πας.

Κι ο άγιος φοβέρα θέλει.

Κίνησε ο Εβραίος για το παζάρι κι έλαχε μέρα Σάββατο.

Κλαίγοντ' οι χήρες, κλαίγονται κι οι παντρεμένες.

Κλαίν' οι χήρες, κλαιν' οι παντρεμένες, κλαιν' κι αυτές που 'χουν από δυό.

Κλάφ'τα, Χαράλαμπε.

Κλείδα την πόρτα σου και το γείτονά σου κλέφτα μη πιάνεις. (Ποντιακή)

Κλωτσιούνται τ' άλογα και την πληρώνουν τα γαϊδούρια.

Κοιμίσου και παρήγγειλα.

Κόκκινα γένια, μάτια γαλανά, καρδιά του Ιούδα, ψυχή του σατανά.

Κολοκύθια με τη ρίγανη.

Κολοκύθια στο πάτερο.

Κομίζει γλαύκα ες Αθήνας.

Κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά.

Κοντά στο νου κι η γνώση.

Κοντακιανός λογαριασμός, παντοτινή αγάπη. (Αρκαδία)

Κοντή γυναίκα πέρδικα, ψηλή σαλαμπαντάνα.

Κοντός ψαλμός αλληλούια.

Κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει.

Κόρακος εξελεύσεται «κρα».

Κόρακας να σε πιάσει. (το λέμε όταν βήχει πολύ κανείς)

Κορώνας το μάτι γυαλίζει, θαρρούν ένι όλο άλειμμα. (Ποντιακή)

Κοσμοκράτορας γίνεσαι, πλην στομοκράτορας 'κι επορείς. (Ποντιακή)

Κότα πίτα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη.

Κουκκί το κουκκί γεμίζει το σακί.

Κουκκιά μετρημένα.

Κούνια που σε κούναγε...

Κουτσοί, στραβοί στον άγιο Πανταλεήμονα.

Κρασί σε πίνω για καλό και συ με πας στο βράχο.

Κράτα με να σε κρατώ ν' ανεβούμε το βουνό.

Κρένω 'γω τσαμπουνίζει κι ο άντρας μου.

Κρυώνει σα γύφτος.

Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι.

Κυρά μου κοίτα τον άντρα σου και κόψε τη φορεσιά σου.

Κυριακή κοντή γιορτή.

Κώλος κλασμένος, γιατρός χεσμένος. (σκωπτικό-χιουμοριστική)